menu_bar

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Αυτά που δείχνει ο καθρέφτης.

Ήταν πάντα στημένος στο σαλόνι, σε όσα σπίτια κι αν έμεινε, όλες τις φορές ο ίδιος. Τον έπαιρνε στα χέρια της και τον μετέφερε ευλαβικά σε κάθε μετακόμιση, ως το πολυτιμότερο από τα υπάρχοντά της.
Καινούριοι έρωτες, καινούρια σπίτια, μα ο καθρέφτης δεν άλλαζε ποτέ.

Κάθε φορά, προτού βγει έξω, περνούσε μπροστά του για να ελέγξει το είδωλό της, να βεβαιωθεί ότι όλα ήταν όπως έπρεπε να είναι.
Το ίδιο και σήμερα:

«Ο καθρέφτης λέει πάντα την αλήθεια… Είμαι όμορφη, το λένε όλοι» ψιθύρισε ευχαριστημένη, ενώ κοιταζόταν.
«Είμαι πανέμορφη, το λέει ο καθρέφτης, το λένε όλοι…» είπε πάλι.
«…Πανέμορφη, το λέει ο καθρέφτης…» επανέλαβε ξανά και ξανά και μετά άλλη μια φορά, σαν να προσπαθούσε να αποστηθίσει τη φράση. Να τη μάθει να τη λέει χωρίς κομπιάσματα, να την κάνει δική της, να μην πιάνει το αυτί ίχνος δισταγμού.

Τελευταία, κάτι δεν πήγαινε καλά. Κάτι δεν της άρεσε, δεν ήταν όπως παλιά. Ο αντικατοπτρισμός της σαν να έχει χάσει κάτι από την απαράμιλλη τελειότητα του. Κάποιο ψεγάδι έμοιαζε να αιωρείται εκεί μπροστά της κι εκείνη δεν μπορούσε να το δει, να το πιάσει να το πετάξει μακριά να μην της χαλάει την εικόνα.
«Είμαι πανέμορφη, το λέει ο καθρέφτης, το λένε όλοι!» φώναξε δυνατά τώρα. «Γαμώτο, πάλι τρέμει η φωνή μου…» της ξέφυγε.

Προσπάθησε να εντοπίσει τί φταίει.  Ποια ήταν εκείνη η λεπτομέρεια που τη διέψευδε, που άφηνε ρωγμές στην αλήθεια της φράσης της.
Κατά βάθος, το υποψιαζόταν εδώ και καιρό.
Από τότε που μπήκε εκείνος στη ζωή της, όλα είχαν αλλάξει.
Εκείνος ποτέ δεν νοιάστηκε για τον καθρέφτη. Πάντα έκανε σαν να μην υπήρχε στο σαλόνι, όταν όλοι οι άλλοι ήταν το πρώτο που παρατηρούσαν.
Εκείνη πάλι, δεν άφησε ποτέ κανέναν να μπει στο σπίτι της και στη ζωή της, αν δεν του έδειχνε τον καθρέφτη της και κυρίως, το πανέμορφο είδωλό της μέσα σ’ εκείνον.

«Βλέπεις;» συνήθιζε να τους λέει. «Δεν είναι υπέροχος, ο καθρέφτης μου;».
«Ναι…» απαντούσαν εκείνοι, ενώ θαύμαζαν τη γυναίκα μέσα στον καθρέφτη. «…Κι εσύ, ακόμα πιο υπέροχη!».

Μόνο εκείνον δεν πήγε εκεί. Ντράπηκε.
Και εκείνος δεν θέλησε ποτέ να πάει. Αδιαφορούσε για τους καταστόλιστους καθρέφτες.

«Τα μάτια μου, αυτά φταίνε» φώναξε αυτή πιο δυνατά αυτή τη φορά, με το βλέμμα της καρφωμένο στο βλέμμα που αντικατοπτρίζονταν εκεί μπροστά της.
Από τις κόρες των ματιών της εκτοξευόταν φόβος και αγωνία που έφτανε απέναντι και διαπερνούσε την εικόνα των ματιών της στον καθρέφτη.
Φόβος και αγωνία. «Γιατί;» είπε σιγανά. «Γιατί, φόβος; Γιατί φαίνεται; Δεν πρέπει να φαίνεται…Κανείς δεν πρέπει να ξέρει…».
Φλόγες έφυγαν ξαφνικά από τα μάτια της, από τα σάρκινα, όχι τα γυάλινα κι έφτασαν ως απέναντι.
«Φλόγες!» ούρλιαξε.

Στο είδωλό της, στη θέση των ματιών της εμφανίστηκαν δύο τρύπες. Τα γυάλινα μάτια της ίχαν καεί.
«Όχι!» ούρλιαξε πάλι. Άρπαξε τον καθρέφτη να τον σώσει. Τον αγκάλιασε να σβήσουν οι καπνοί. Μετά τον ακούμπησε προσεχτικά στη θέση του.
«Τον έσωσα…».

Άρχισε να τον ξεσκονίζει με μανία. Πρώτα τη μπροστινή όψη, μετά τον γύρισε πίσω.
Πήρε να καθαρίσει και την πίσω πλευρά κι έμεινε για ώρα να τον κοιτάει παράλυτη από την έκπληξη.
«Δεν είναι αλήθεια!» είπε κάποια στιγμή. «Δεν μπορεί να είναι αλήθεια! Πώς είναι δυνατόν;».
Στην πίσω πλευρά έβλεπε πάλι το είδωλό της. Έβλεπε πάλι εκείνην. Πρώτη φορά, συνέβαινε αυτό.

Τράβηξε τα χέρια της μακριά, λες και καιγόταν.
«Οι καθρέφτες δεν έχουν δύο όψεις… Δεν αντικατοπτρίζουν δύο είδωλα… Πώς είναι δυνατόν….».
Οι κινήσεις της αντανακλούνταν στην πίσω πλευρά του καθρέφτη.
«Τα χέρια μου, το πρόσωπό μου, το σώμα μου…είναι άλλα. Είναι τα ίδια, αλλά είναι άλλα».
Ήταν το είδωλό της, αλλά ήταν άλλο από αυτό που είχε δει πρωτύτερα.

Το κοίταξε προσεχτικά. 
Είχε πολλές ατέλειες, διάσπαρτες στην εικόνα της. Στα χέρια, στο κορμί, στα μαλλιά της, στο πρόσωπό της.
Σπυράκια, ρυτίδες, ένα σπασμένο νύχι, λίγο θαμπά μαλλιά, γεμάτοι μηροί, μέτριο στήθος…
Ατέλειες, λάθη, ουλές από πτώσεις όταν ήταν παιδί, σημάδια της εφηβείας, ολισθήματα της ενήλικης ζωής, ήταν όλα αποτυπωμένα. Η πίσω πλευρά του καθρέφτη, αυτή τα έδειχνε όλα.
«Φαίνονται όλα, φαίνονται όλα!».

Έβαλε τα κλάματα. Είχε αφιερώσει μια ζωή ολόκληρη να φροντίζει, να φυλάει προσεχτικά, να καθαρίζει, να καμαρώνει το επίπεδο κάτοπτρο που είχε την ιδιότητα να σβήνει τα ψεγάδια, να απαλαίνει τα ελαττώματα, να κρύβει, να κρύβει, να δείχνει αυτό που εκείνη θα ήθελε να βλέπουν, αυτό που εκείνη θα ήθελε να είναι.
Και τώρα τι; Όλοι θα καταλάβουν πια. Δεν ήθελε να κοιτάει, έπρεπε να καλύψει πάση θυσία αυτή τη μοχθηρή πλευρά του καθρέφτη.

Ενώ έκλαιγε, ένιωσε εκείνον να την αγκαλιάζει.
Τη γύρισε προς το είδωλό της και της είπε γλυκά: «Καινούριος καθρέφτης; Είναι πανέμορφος. Κι εσύ είσαι πανέμορφη!».

Όταν τη φίλησε, οι τρύπες από τη φωτιά εξαφανίστηκαν και τη θέση τους πήραν δυο μάτια γαλήνια και λαμπερά. Αληθινά και όμορφα. Αληθινά όμορφα…

_________________
Grey Matter Repost

Φωτεινή Τέντη
eyedoll.gr